de

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Portuguese - GreekDownload this dictionary
de
εις, προς, μέχρι, για { to }
από, εκ, παρά { from }
του, από { of }
συν, μετά, με, μαζί { with }
εν, εις, σε, εντός, μέσα { in }
 
dar
δίνω, δίδω { give }
εγχειρίζω, θίγω { hand }
καταφέρω, μεταχειρίζομαι, μοιράζω { deal }
υποχωρώ, ενδίδω, αποφέρω, παράγω,... { yield }
ανταποδίδω, προσφέρω, καθιστώ { render }
μεταδίδω { impart }
συμφωνώ, χορηγώ, παρέχω { accord }
συνδιασκέπτομαι, απομένω, διασκέπτομαι,... { confer }
παρέχω, διαθέτω, έχω τα μέσα { afford }
προνοώ, προμηθεύω, εφοδιάζω { provide }
διαχειρίζομαι, παρέχω, δίδω { administer }
επιτρέπω, παραδέχομαι, δέχομαι, χορηγώ,... { allow }
επιβάλλω, καταφέρω { inflict }


Spanish - GreekDownload this dictionary
de
του, από { of }
περί, σχετικά με, για, γύρω από, επάνω { about }
από, εκ, παρά { from }
υπό, με { by }
εν, εις, κατά, στο, στη, στον { at }
συν, μετά, με, μαζί { with }
εκ, εκτός { out }
παρά, από { than }
επειδή, ως, καθώς { as }
 
dar
δίνω, δίδω { give }
εμφανίζω, παρουσιάζω, χαρίζω, υποβάλλω { present }
καταφέρω, μεταχειρίζομαι, μοιράζω { deal }
αναδίδω, παράγω, παρουσιάζω, προξενώ,... { produce }
υποχωρώ, ενδίδω, αποφέρω, παράγω,... { yield }
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ { cause }
εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω { perform }
λέγω { say }
λαμβάνω, παίρνω { take }
διδάσκω { teach }
διδάσκω, επιπλήττω, δίδω διάλεξη { lecture }
αναπηδώ, αναχωρώ, εκκινώ, εξαφανίζομαι,... { start }
αρχίζω { begin }
επιβλέπω, παραβλέπω, δεσπόζω { overlook }
παραδίδω, παραδίδομαι, υποτάσσομαι { surrender }
 
darse
αφιερώνω, εγκαινιάζω { dedicate }
λαμβάνω, προσλαμβάνω, θεωρώ, υποθέτω,... { assume }
επιδίδομαι { take to }
αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, παίρνω,... { get }
δανείζω, δίδω { lend }


Italian - GreekDownload this dictionary
de
του, από { of }
 
decrescere
ελαττώνω, μειώ, μειώνω, ελαττύ,... { decrease }
ελαττώνω, μειώνω { diminish }
χαμηλώνω, ελαττώ, ελαττώνω, περιορίζω,... { reduce }
ελαττώνω, μειώ, μειώνω, μειούμαι { lessen }
αρνούμαι, κλίνω γραμματική, εκκλίνω,... { decline }
μειούμαι, ελαττώνομαι, μειώνομαι,... { wane }

German - GreekDownload this dictionary
de

Dutch - GreekDownload this dictionary
de
ο { the }

Define de

Translate de





de in Chinese | | de in English | de in French | de in Italian | de in Spanish | de in Dutch | de in Portuguese | de in German | de in Russian | de in Japanese | de in Korean | de in Turkish | de in Hebrew | de in Arabic | de in Croatian | de in Swedish