date
ρήμ.
χρονολογώ, δίνω συνέντευξη, κλείνω ραντεβού
dating
(Lex**) χρονολόγηση
dating
Ουσ. χρονολόγηση, //
σφράγισμα εισιτηρίων
Επίθ. χρονολογούμενος
date
Ουσ. ημερομηνία//
ραντεβού, καθορισμένη συνάντηση//
εποχή
Ρημ. χρονολογώ/ χρονολογούμαι//
κλείνω ραντεβού, ορίζω συνάντηση//
παλιώνω, παρέρχομαι, ξεφτίζω//
δείχνω την ηλικία μουΟυσ. χουρμάς