data
ουσ.
δεδομένο, δεδομένα, στοιχεία, στοιχείο
datum
ουσ.
δεδομένο
DATA
Tech. ειναι τα "μπισκοτάκια" που αφήνουν σε συγκεκριμένους φακέλους του υπολογιστή, τα διάφορα sites που επισκεπτόμαστε. Στέλνουν στα sites από όπου προήλθαν πληροφορίες για τις κινήσεις μας, τη δραστηριότητά μας στο Internet, ακόμα και όταν ο Internet Explorer ή ο Netscape Navigator δεν χρησιμοποιούνται, ή ακόμα και όταν βρισκόμαστε σε διαφορετικό site από αυτό από το οποίο προήλθαν τα cookies. Καλό θα ήταν να σβήνονται από τον υπολογιστή τακτικά, μέσω των αντίστοιχων επιλογών που περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις των προγραμμάτων περιήγησης. Τα cookies του Internet Explorer αποθηκεύονται για τα Windows 98 στον φάκελο WindowsCookies και για τα Windows NT/2000 στον φάκελο Documents and Settings-username-Cookies (-username- το όνομα χρήστη με το οποίο συνδέεται κάποιος στα Windows NT)
data
(Lex). δεδομένα, στοιχεία
datum
Ουσ. δεδομένο, δεδομένο στοιχείο
data
Δεδομένα, στοιχεία, ημερομηνία, εποχή, κλείνω ραντεβού, χουρμάς, παλιώνω, χρονολογώ, χρονολογούμαι
data
data / standard sheets Χαρακτηριστικά*** / Πρότυπα***