das

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Portuguese - GreekDownload this dictionary
dar
δίνω, δίδω { give }
εγχειρίζω, θίγω { hand }
καταφέρω, μεταχειρίζομαι, μοιράζω { deal }
υποχωρώ, ενδίδω, αποφέρω, παράγω,... { yield }
ανταποδίδω, προσφέρω, καθιστώ { render }
μεταδίδω { impart }
συμφωνώ, χορηγώ, παρέχω { accord }
συνδιασκέπτομαι, απομένω, διασκέπτομαι,... { confer }
παρέχω, διαθέτω, έχω τα μέσα { afford }
προνοώ, προμηθεύω, εφοδιάζω { provide }
διαχειρίζομαι, παρέχω, δίδω { administer }
επιτρέπω, παραδέχομαι, δέχομαι, χορηγώ,... { allow }
επιβάλλω, καταφέρω { inflict }


Spanish - GreekDownload this dictionary
dar
δίνω, δίδω { give }
εμφανίζω, παρουσιάζω, χαρίζω, υποβάλλω { present }
καταφέρω, μεταχειρίζομαι, μοιράζω { deal }
αναδίδω, παράγω, παρουσιάζω, προξενώ,... { produce }
υποχωρώ, ενδίδω, αποφέρω, παράγω,... { yield }
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ { cause }
εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω { perform }
λέγω { say }
λαμβάνω, παίρνω { take }
διδάσκω { teach }
διδάσκω, επιπλήττω, δίδω διάλεξη { lecture }
αναπηδώ, αναχωρώ, εκκινώ, εξαφανίζομαι,... { start }
αρχίζω { begin }
επιβλέπω, παραβλέπω, δεσπόζω { overlook }
παραδίδω, παραδίδομαι, υποτάσσομαι { surrender }


German - GreekDownload this dictionary
das
ο { the }
αυτό, ούτος, τούτος { this }
ούτοι, αυτοί { these }

Dutch - GreekDownload this dictionary
das (de)
γραβάτα, λαιμοδέτης { necktie }
γραβάτα, σταμάτημα εργασίων, δεσμός,... { tie }
λαιμοδέτης, γκραβάτα { cravat }
σάλι { shawl }
κασκόλ, μανδύλι λαιμού, φουλάρι, ελαφρό... { scarf }
ασβός, κουνάβι { badger }

English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
Data Acquisition System (DAS)
Tech. Μιά σειρά από ηλεκτρονικές διατάξεις που χρησιμοποιούνται γιά να μετατρέψουν το ηλεκτρικό σήμα από τους ανιχνευτές ,σε ψηφιακή πληροφορία την οποία μπορεί να επεξεργαστεί ο υπολογιστής του συστήματος γιά να ανακατασκευάσει τις τελικές εικόνες.

Define das

Translate das





das in Chinese | | das in English | das in French | das in Italian | das in Spanish | das in Dutch | das in Portuguese | das in German | das in Russian | das in Japanese | das in Turkish | das in Hebrew | das in Arabic | das in Croatian | das in Serbian | das in Swedish