dancers
Babylon English-GreekDownload this dictionary
dancer
ουσ. χορευτής, χορεύτρια

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Χορός
Ο χορός (από παλαιά γαλλική πιό dancier, ίσως από Frankish) γενικά αναφέρεται στην ανθρώπινη μετακίνηση που χρησιμοποιείται ως μορφή έκφρασης που παρουσιάζεται ώς μιά κοινωνική, πνευματική είτε ρυθμική απόδοση του ανθρώπινου σώματος . Το Morris που αναφέρεται στους λόγους του καθεδρικού ναού της Αγγλίας χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει τις μεθόδους της μή λεκτικής επικοινωνίας ( γλώσσα του σώματος) μεταξύ των ανθρώπων ή των ζώων (χορός μελισσών, χορός ζευγαρώματος), την κίνηση στα άψυχα αντικείμενα (τα φύλλα χόρεψαν στον αέρα), και ορισμένες μουσικές μορφές. Η χορογραφία είναι η τέχνη της παραγωγής των χορών, και το πρόσωπο που κάνει αυτό καλείται χορογράφος. Οι ορισμοί αυτοί που αποτελούν το χορό εξαρτώνται από τους κοινωνικούς, πολιτιστικούς, αισθητικούς, καλλιτεχνικούς και ηθικούς περιορισμούς, και τη σειρά από τη λειτουργική μετακίνηση (όπως ο λαϊκός χορός) στις κωδικοποιημένες, φιλότεχνες τεχνικές όπως το μπαλέτο. Στον αθλητισμό, στη γυμναστική, το πατινάζ και το κολύμπι είναι πειθαρχίες χορού ενώ οι πολεμικές τέχνες «kata» συγκρίνονται συχνά με τους χορούς.

Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
dancers
(Lex**) χορευτές

My English - GreekDownload this dictionary
dancer
Ουσ. χορευτής

An English-Spanish Dictionary (Granada University, Spain), 11.12Download this dictionary
dancer
(n.) = bailarín.
Ex: An artiste is a person who practices the performing arts; for example, a singer, a circus performer, dancer, magician, etc.
----
* ballet dancer = bailarín de ballet, bailarina de ballet.
* belly dancer = bailarina de danza del vientre.



| dancers in English | dancers in French | dancers in Italian | dancers in Spanish | dancers in Dutch | dancers in Portuguese | dancers in German | dancers in Russian | dancers in Japanese | dancers in Korean | dancers in Turkish | dancers in Hebrew | dancers in Arabic | dancers in Polish | dancers in Hungarian | dancers in Czech | dancers in Catalan | dancers in Albanian | dancers in Bulgarian | dancers in Danish | dancers in Finnish | dancers in Norwegian | dancers in Swedish