dab
ρήμ.
επιψαύω, επαλείφω, κτυπώ ελαφρώς
ουσ.
ελαφρό χτύπημα, επάλειψη, επίψαυση, μικρή υγρή μάζα, δεξιοτέχνης
dab
(Lex**) κτύπημα
dab
Ουσ. απαλό χτύπημα, τσίμπημα //
λεκές , κηλίδα//
ειδήμονας , καπάτσος//
σταγόνα , μικρό κομμάτι, κόκκος , κομματάκι , κουκίδα, πρέζα , τεμάχιο, στίγμα , ψιχίο , ψίχουλο
Ρημ. χρωματίζω ελαφρά κάτι , μουτζουρώνω//
αλείβω , κηλιδώνωΟυσ. μάστορας , δεξιοτέχνης.