cutting
ουσ.
τομή, δηκτικός
επίθ.
καυστικός, σαρκαστικός
cut
ρήμ.
κόβω, τέμνω, χαράσσω, κόπτω
cutting
(Lex). ουσ. απόκομμα εφημερίδας ή άλλου έντυπου, επίθ. δηκτικός, δριμύς
cutting
Ουσ. κόψιμο//
απόκομμα εφημερίδας κτλ.//
κεντράδι
Επίθ. καυστικός, δηκτικός, (για σχόλιο ή παρατήρηση)
cut
Ρημ. κόβω, τεμαχίζω, κομματιάζω, πελεκώ//
χαράζω, σκαλίζω//
κουρεύω //
θερίζω//
διασχίζω //
κάνω κομμάτια, συντριβω (μτφ)//
το σκάω , κάνω πως δεν βλέπω (αργκό).
Ουσ. τομή , κόψιμο, //
περικοπή//
κόψιμο τράπουλας//
τραύμα , πληγή από κόψιμο, μαχαιρια.
Επίθ. κομμένος, //
περιορισμένος//
κουρελιασμένος.
cutting
δηκτικός
cutting
cutting κοπή μετάλλου