cru
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,...
{
raw
}
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,...
{
crude
}
cru
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,...
{
crude
}
τραχύς, χοντρός, χονδρός, βάναυσος,...
{
coarse
}
τραχύς, αγροίκος, αγενής, ανάγωγος,...
{
rude
}
αδιύλιστος, ανεπεξέργαστος, άξεστος
{
unrefined
}
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,...
{
raw
}
cru
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,...
{
raw
}
επιδεικτικός, φανταχτερός
{
garish
}
αμβλύς, απότομος
{
blunt
}
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,...
{
crude
}
cru (m)
αμπελών, αμπέλι, αμπελώνας, άμπελος
{
vineyard
}
croire
φρονώ, σκέπτομαι, νομίζω, κρίνω,...
{
think
}
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
συλλαμβάνω, καταλαμβάνω, εννοώ,...
{
conceive
}
νομίζω, εικάζω, υποθέτω, μαντεύω
{
guess
}
croître
αυξάνομαι, φύομαι, αυξάνω, γίνομαι,...
{
grow
}
αυξάνω, γίνομαι, κηρώνω, αυξάνομαι
{
wax
}
πρήσκω, πρήσκομαι, φουσκώνω, ογκούμαι
{
swell
}
cru
ωμός
croire
πιστεύω