cru

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Portuguese - GreekDownload this dictionary
cru
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,... { raw }
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,... { crude }
άψητος { unbaked }
αμαγείρευτος, άψητος { uncooked }
αλεύκαντος { unbleached }


Dutch - GreekDownload this dictionary
cru
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,... { crude }
τραχύς, χοντρός, χονδρός, βάναυσος,... { coarse }
τραχύς, αγροίκος, αγενής, ανάγωγος,... { rude }
αδιύλιστος, ανεπεξέργαστος, άξεστος { unrefined }
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,... { raw }


French - GreekDownload this dictionary
cru
ωμός, άωρος, ακατέργαστος, άξεστος,... { raw }
αμαγείρευτος, άψητος { uncooked }
επιδεικτικός, φανταχτερός { garish }
αμβλύς, απότομος { blunt }
ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος,... { crude }
 
cru (m)
αμπελών, αμπέλι, αμπελώνας, άμπελος { vineyard }
 
croire
πιστεύω { believe }
φρονώ, σκέπτομαι, νομίζω, κρίνω,... { think }
θεωρώ { deem }
υποθέτω { suppose }
φαντάζομαι { imagine }
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,... { consider }
συλλαμβάνω, καταλαμβάνω, εννοώ,... { conceive }
νομίζω, εικάζω, υποθέτω, μαντεύω { guess }
 
croître
αυξάνομαι, φύομαι, αυξάνω, γίνομαι,... { grow }
αυξάνω, γίνομαι, κηρώνω, αυξάνομαι { wax }
πρήσκω, πρήσκομαι, φουσκώνω, ογκούμαι { swell }

Tapsis French Greek 3Download this dictionary
cru
ωμός
 
croire
πιστεύω

Define cru

Translate cru





cru in Chinese | | cru in English | cru in French | cru in Italian | cru in Spanish | cru in Dutch | cru in Portuguese | cru in German | cru in Russian | cru in Turkish