cross
επίθ.
διαγώνιος, διασταυρωμένος, δύστροπος, ενάντιος, σκυθρωπός, σταυρωτός
ρήμ.
διασταυρώνω, σταυρώνω, διασχίζω, εμποδίζω, περνώ, περνώ απέναντι
ουσ.
διασταύρωση, σταυρός
cross
(Lex). ρ. διασχίζω, περνώ απέναντι, διασταυρώνομαι, τέμνομαι
cross
Ουσ. σταυρός//
μαρτύριο (μτφ.)//
διασταύρωση//
απάτηΕπίθ. αντίθετος, ενάντιος, αντίστροφος//
κακόκεφος, στριμμένος, δύστροπος, ανάποδοςΡημ. σταυρώνω, //
κάνω το σταυρό μου//
διασταυρώνομαι, //
διασχίζω, περνώ από το ένα μέρος στο άλλο//
διασταυρώνω, (ζώα κτλ)//
κάνω απάτη (λαϊκ.)//
διαγράφω επιτάγη (για να μη μεταβιβάζεται)
cross
Σταυρός, διασταύρωση, διασταυρώνομαι, διασχίζω, πάω κόντρα, εμποδίζω, περνώ
cross
σταυρός