covering
ουσ.
σκέπασμα, επίστρωση, κάλυμμα
cover
ρήμ.
κρύβω, σκεπάζω, σκεπώ, καλύπτω
covering
(Lex**) κάλυψη
covering
Ουσ. κάλυψη, σκέπασμαΕπίθ. που προστατεύει, προστατεύων//
που επικαλύπτει
cover
Ουσ. σκέπασμα , κάλυμμα, περιτύλιγμα//
εξώφυλλο//
κρυψώνας, φωλιά//
προπέτασμα, καταφύγιο//
σερβίτσιο,Ρημ. καλύπτω, σκεπάζω, επενδύω, //
προατατεύω, υποστηρίζω, υπερασπίζω //διανύω, καλύπτω (απόσταση, επιταγή, κίνδυνο , γεγονός κτλ)//
αποκρύπτω//
βατεύω//
κλωσσώ//
ευρίσκεται εντός του βεληνεκούς μου, καλύπτω
cover
σκεπάζω, καλύπτω