course
ουσ.
πέρασμα, πορεία, σειρά μαθημάτων, φαγητό, δρόμος, διαδρομή
ρήμ.
τρέχω, κυνηγώ
course
(Lex). ουσ. χρονική διαδρομή, γήπεδο γκολφ, πλεύση, σειρά μαθημάτων, κατεύθυνση κίνησης, ρ. ρέω, κυλώ
course
Ουσ. πορεία, κατεύθυνση, διαδρομή , φορά//
εξέλιξη (γεγονότος)//
φυσική εξέλιξη//
γεύμα, φαγητό//
στίβος , γήπεδο, πίστα//
τρόπος ενέργειας , μέθοδος//
σειρά μαθημάτων, πρόγραμμαΡημ. κυνηγώ, διώκω//
κυνηγώ με σκυλιά//
ρέω , τρέχω γρήγορα
course
σειρά μαθημάτων, πιάτο, γήπεδο γκολφ, διαδρομή, πορεία, σειρά μαθημάτων, σειρά διαλέξεων
course
σειρά μαθημάτων, πιάτο, πίατο, γήπεδο γκολφ