container
ουσ.
δοχείο, κιβώτιο
Container
(Financial). Εμπορευματοκιβώτιο
container
(Lex**) εμπορευματοκιβώτιο
container
Ουσ. μεγάλο κιβώτιο μεταφοράς αγαθών, κοντέινερ//
ο περιέχων
container
container δοχείο
Κοντέινερ
Το όνομα Κοντέινερ μπορεί ν΄ αναφέρεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Κοντέινερ που αφορά συνήθη μεταλλική συσκευασία μεταφοράς εμπορεύματος.
Κοντέινερ: που αφορά ειδικό τύπο πλοίου μεταφοράς κοντέινερς.Κοντέινερ τέρμιναλ: που αφορά ειδικό χώρο λιμενικών εγκαταστάσεων.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...