communications
ουσ.
διαβιβάσεις
communication
ουσ.
ανακοίνωση, συγκοινωνία, επικοινωνία, συνεννόηση, είδηση, μήνυμα, μετάδοση, πληροφορία
communications
(Lex**) επικοινωνίες
communications
συγκοινωνίες , τηλεπικοινωνίες
communication
Ουσ. ανταλλαγή πληροφοριών/ιδεών κτλ, επικοινωνία, επαφή //
μετάδοση , μεταβίβαση, //
μήνυμα, πληροφορία//
ανακοίνωση, //
συγκοινωνία