collega (m)
εταίρος, καβαλιέρος, συμμέτοχος, ντάμα,...
{
partner
}
collegare
συναρμόζω, αλληλοσυνδέομαι, συνδέω
{
interlock
}
αναφέρω, διηγούμαι, σχετίζω, σχετίζομαι,...
{
relate
}
θέτω υπό εγγύηση, υποθηκεύω
{
bond
}
ενώνω, συνδέω, συνάπτω, σμίγω,...
{
join
}
collega (de)
collega
συvάδελφoς o/η