coast
ουσ.
ακρογιαλιά, γιαλός, ακτή, παραλία
ρήμ.
παραπλέω, κατηφορίζω, πλέω παρά την ακτήν
coasts
(Lex**) ακτές
coast
Ουσ. ακτή , παραλία, αιγιαλός, ακρογιαλιάΡημ. ρολάρω, κινούμαι με σβηστή τη μηχανή//
παραπλέω, πλέω κοντά στην ακτή (ναυτ.)
Ακτή
Ακτή (coast), χαρακτηρίζεται η τελευταία προς την
θάλασσα (ή αντίστοιχα όχθη σε
λίμνη, ή
ποταμό), εσχατιά της ξηράς. Συνηθέστερα η παραθαλάσσια έκταση της ξηράς που γεωλογικά φαίνεται αυτή να τερματίζει προς την θάλασσα.Ανάλογα της γραμμής κλίσης που παρουσιάζουν οι ακτές διακρίνονται σε:"Εν χρω": χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν σχεδόν μηδενική κλίση, σύριζα με την επιφάνεια της θάλασσας και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες, σε κατάσταση ηρεμίας, στη
ναυσιπλοΐα.Ομαλές: χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν κλιση μέχρι 15°Υπόκρημνοι: χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν κλίση 15° - 25°Κρημνώδεις: χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν κλίση 25° - 45°Απόκρυμνες: χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν κλίση 45° - 70° καιΑπορρώγας: χαρακτηρίζονται εκείνες που παρουσιάζουν κλίση 90° ή περισσότερο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...