cherry
Babylon English-GreekDownload this dictionary
cherry
ουσ. κερασιά, κεράσι
 
επίθ. κερασένιος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Κερασιά (φυτό)
Αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό η κερασιά ανήκει στο γένος προύνος, στην οικογένεια ροδίδες και στην τάξη ροδώδη είναι δε συγγενής της βυσσινιάς.

Φυλλοβόλο δέντρο με ύψος που φτάνει και τα 20 μέτρα έχει την επιστημονική ονομασία προύνος των πτηνών. Καταγωγή του είναι η περιοχή του Καυκάσου και έφτασε στην Ευρώπη πολύ γρήγορα ενώ όλες οι ποικιλίες της προέρχονται από την αγριοκερασιά που χρησιμοποιείται για τον πολλαπλασιασμό της και σήμερα μέσω εμβολιασμού. Το περίεργο είναι ότι η βυσσινιά προήλθε από φυσικό υβρίδιο κερασιάς ενώ ο περισσότερος κόσμος πιστεύει το αντίθετο.


Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
cherry
(Lex**) κεράσι

My English - GreekDownload this dictionary
cherry
Ουσ. κεράσι

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
cherry
κεράσι


| cherry in English | cherry in French | cherry in Italian | cherry in Spanish | cherry in Dutch | cherry in Portuguese | cherry in German | cherry in Russian | cherry in Japanese | cherry in Korean | cherry in Turkish | cherry in Hebrew | cherry in Arabic | cherry in Thai | cherry in Polish | cherry in Hungarian | cherry in Czech | cherry in Catalan | cherry in Croatian | cherry in Serbian | cherry in Albanian | cherry in Urdu | cherry in Bulgarian | cherry in Danish | cherry in Finnish | cherry in Norwegian | cherry in Romanian | cherry in Swedish | cherry in Farsi | cherry in Macedonian | cherry in Hindi | cherry in Indonesian | cherry in Vietnamese | cherry in Mongolian | cherry in Pashto | cherry in Malay