check
ρήμ.
συγκρατώ, τσεκάρω, αναχαιτίζω, ελέγχω, επιπλήττω, σημειώνω
ουσ.
αναχαίτηση, καρό, ρουά (σκάκι), έλεγχος, επιταγή
check
(Lex). σταματώ, ανακόπτω, αναχαιτίζω, καρέ, ελέγχω
check
Ουσ. έλεγχος, επιβεβαίωση, επαλήθευση, τσεκάρισμα//
αναχαίτιση, σταμάτημα, ανακοπή, επιβράδυνση//
εμπόδιο, κώλυμα//
ανωμαλία (εδάφους)//
απειλή (κατά βασιλιά σε σκάκι)//
λογαριασμός (σε εστιατόριο)//
καρό, τετραγωνίδιο, (ύφασμα) καρόΡημ. ελέγχω, εξετάζω, τσεκάρω//
απειλώ βασιλιά (στο σκάκι)//
αναχαιτίζω, επιβραδύνω, εμποδίζω//
περιορίζω, θέτω υπό έλεγχο//
σταματώ απότομα, μένω ακίνητος//
αφήνω αγαθά για φύλαξη
check
Ελέγχω, τσεκάρω, έλεγχος
check
ελέγχω