charme
γοητεία, γούρι, θέλγητρο, φυλαχτό
{
charm
}
Charme (der)
γοητεία, γούρι, θέλγητρο, φυλαχτό
{
charm
}
charme (de)
γοητεία, γούρι, θέλγητρο, φυλαχτό
{
charm
}
charme (m)
γοητεία, γούρι, θέλγητρο, φυλαχτό
{
charm
}
επίκληση, έφεση, έκκληση
{
appeal
}
κομψότητα, χάρη, ωραιότης, ωραιότητα
{
comeliness
}
καρύκευμα, λίχνευμα, νοστιμάδα, νοστιμιά
{
relish
}
βραχύ διάστημα, γοητεία
{
spell
}
αίγλη, μεγαλείο, μαγική απάτη
{
glamor
}
charmer
γοητεύω, καταγοητεύω, θέλγω, μαγεύω
{
charm
}
ευχαριστιέμαι, ηδονίζομαι, χαίρομαι
{
delight
}
charmer
γοητεύω
un charme
τερπνότητα (η)