charmant
ωραίος, καλός, νόστιμος, λεπτός,...
{
nice
}
ευγενής, ήπιος, πράος, ελαφρός, απαλός
{
gentle
}
ευγενικός, ευνοϊκός, καλός,...
{
kind
}
τερπνός, γοητευτικός, πολύ ευχάριστος,...
{
delightful
}
charmant
ωραίος, καλός, νόστιμος, λεπτός,...
{
nice
}
charmant
ωραίος, καλός, νόστιμος, λεπτός,...
{
nice
}
τερπνός, γοητευτικός, πολύ ευχάριστος,...
{
delightful
}
ελκυστικός, συμπαθητικός, ευχάριστος
{
engaging
}
πολυαγαπημένος, χαριτωμένος, ωραιότατος
{
darling
}
αξιαγάπητος, αξιέραστος
{
lovable
}
νόστιμος, χαριείς, χαριτωμένος, κομψός,...
{
comely
}
λάμπων αιγληείς, γοητευτικός,...
{
glamorous
}
charmer
γοητεύω, καταγοητεύω, θέλγω, μαγεύω
{
charm
}
ευχαριστιέμαι, ηδονίζομαι, χαίρομαι
{
delight
}
charmant
ελκυστικός (ο), τερπνός (ο), χαριτωμένος (ο)
gracieux
χαριτωμένος
charmant
χαριτωμέvoς