charge
ρήμ.
επιβαρύνω, επιφορτίζω, ζητώ, καταμαρτυρώ, κατηγορώ, φορτίζω, χρεώνω, εφορμώ
ουσ.
γόμωση, δαπάνη, έξοδα, επιβάρυνση, επίθεση, εποπτεία, έφοδος, κατηγορία, κηδεμονία, μήνυση, νομικό βάρος, υπευθυνότητα, φροντίδα, χρέωση
Charge
(comp). Φορτίο
charge
(Lex**) δαπάνη
charge
Ουσ. ταρίφα, χρέωση, κόστος//
δαπάνη για ..., έξοδα, //
καταγγελία, κατηγορία//
φροντίδα, κηδεμονία, εποπτεία//
έφοδος, επέλαση//
υπχρέωση, καθήκον//
γόμωση (φυσιγγίου)//
ηλεκτρικό φορτίοΡημ. χρεώνω σε λογαριασμό, επιβαρύνω (λογαριασμό)//
καταγγέλω, κατηγορώ//
αναθέτω ευθύνη//
επιβαρύνω (λογαριασμό κτλ), χρεώνω, καταλογίζω//
γεμίζω όπλο//
εφορμώ, προχωρώ βίαια
charge
Κατηγορία, δαπάνη, επιβάρυνση, επίθεση, επιμέλεια, φροντίδα, εποπτεία, ευθύνη, μήνυση
κατηγορώ, αναθέτω, επιβαρύνω, επιτίθεμαι, επιφορτίζω, χρεώνω
une charge
βάρος (το), φορτίο (το)