change
ρήμ.
αλλάζω, αλλάσσω, μεταβάλλω, μετασχηματίζω, αλλοιώνω
ουσ.
αλλαγή, μεταβολή, μετασχηματισμός, μετάπτωση, παραλλαγή, ρέστα, ψιλά, τροπή
Change
(comp). Αλλαγή
change
(Lex**) αλλαγή
change
Ουσ. αλλαγή , μεταβολή, μεταλλαγή, τροποποίηση, μεταστροφή, μετασχηματισμός , διαφοροποίηση//
ποικιλία//
αλλαγή περιβάλλοντος, ανανέωση//
εξαργύρωση , αλλαγή νομισμάτων//
ψιλά , λιανά//
ρέστα//
αλλαξιά (ρούχων)
Ρημ. αλλάζω, διαφοροποιώ, μετατρέπω , τροποποιώ //
αλλάζω , μεταβάλλομαι, μετατρέπομαι, μετασχηματίζομαι.
change
αλλάζω, κάνω ψιλά,
αλλαγή, ψιλά, ρέστα
un change
συνάλλαγμα (το)