ceel (de)
εγγύηση, ένταλμα, εξουσιοδότηση
{
warrant
}
εξοφλητική απόδειξη, απόδειξη, απόδειξη...
{
receipt
}
cel (de)
κελί, κελλίο, οικίσκος, κύτταρο,...
{
cell
}
θαλαμίσκος, κοιτώνας, χώρισμα, μικρό...
{
cubicle
}
παράπηγμα, παράγκα
{
booth
}
στάβλος, υπεκφυγή, φάτνη, κάθισμα,...
{
stall
}
περίπτερο, κιόσκι
{
kiosk
}
cel
κελί το
-
dodencel
κελί μελλοθανάτων το
-
gevangeniscel
κελί φυλακής