carbon dioxide

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
carbon dioxide
(Lex). διοξείδιο του άνθρακα


My English - GreekDownload this dictionary
carbon dioxide
Ουσ. διοξείδιο του άνθρακα


English Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
carbon dioxide
carbon dioxide διοξείδιο του άνθρακα

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Διοξείδιο του άνθρακα
Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ανόργανη χημική ένωση του στοιχείου άνθρακας. Το καθαρό διοξείδιο του άνθρακα είναι άχρωμο, άοσμο και άγευστο αέριο, βαρύτερο από τον ατμοσφαιρικό αέρα. Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του είναι η χημική του αδράνεια και σταθερότητα ως ένωση, αντιδρά δηλαδή και διασπάται δύσκολα στα συστατικά του. Οι χρήσεις του από τον άνθρωπο είναι αρκετές και ποικίλες, το ίδιο και η παραγωγή του: Αποτελεί προϊόν όλων των καύσεων ορυκτών καυσίμων (κάρβουνου, πετρελαίου, βενζίνης, φυσικού αερίου), αλλά και του ξύλου, πλαστικών κ.ά. οργανικών ενώσεων, καθώς και της αναπνοής όλων των ζωντανών όντων. Αυτό, σε συνδυασμό με τη χημική του σταθερότητα, καθιστά το διοξείδιο του άνθρακα που απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα της Γης τον κυριότερο παράγοντα που προκαλεί το τεχνητό (ανθρωπογενές) φαινόμενο του θερμοκηπίου. Για το λόγο αυτό, το φαινόμενο του θερμοκηπίου με τη συνακόλουθη παγκόσμια θέρμανση είναι το δυσκολότερο να αντιμετωπισθεί παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα στις ημέρες μας.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define carbon dioxide

Translate carbon dioxide





carbon dioxide in Chinese | | carbon dioxide in English | carbon dioxide in French | carbon dioxide in Italian | carbon dioxide in Spanish | carbon dioxide in Dutch | carbon dioxide in Portuguese | carbon dioxide in German | carbon dioxide in Russian | carbon dioxide in Japanese | carbon dioxide in Korean | carbon dioxide in Turkish | carbon dioxide in Hebrew | carbon dioxide in Arabic | carbon dioxide in Croatian | carbon dioxide in Swedish