capitale
εξαίρετος, κεφαλαίος, κεφαλικός, κύριος
{
capital
}
ουσιώδης, κύριος, πρωτεύων
{
main
}
κυριότερος, συμβαλλόμενος, πρωταίτιος
{
principal
}
κύριος, προϊστάμενος, πρώτιστος
{
chief
}
capitale (f)
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
capitale (m)
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
κεφάλαιο, προσόν
{
asset
}
ακίνητη περιουσία, ενεργητικόν
{
assets
}
ιδιότης, ιδιότητα, ιδιοκτησία,...
{
property
}
capitale (f)
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
capital
εξαίρετος, κεφαλαίος, κεφαλικός, κύριος
{
capital
}
σοβαρότατος, βαρυσήμαντος, σπουδαίος
{
momentous
}
αποφασιστικός, σταυροειδής, καίριος,...
{
crucial
}
αξιοσημείωτος, εξαίρετος
{
signal
}
une capitale
πρωτεύουσα (η)