call
ρήμ.
επισκέπτομαι, καλώ, αποκαλώ, ονομάζω, φωνάζω, τηλεφωνώ
ουσ.
κραυγή, πρόσκληση, κλήση, συνδιάλεξη, φωνή, ζήτηση, επίσκεψη, αιτία
Call
(Financial). ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΓΟΡΑΣ: Το συμβόλαιο το οποίο δίνει στον κάτοχο το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να αγοράσει το υποκείμενο εργαλείο σε προκαθορισμένη τιμή και σε συγκεκριμένη μελλοντική χρονική στιγμή.
call
(Lex**) κλήση
call
Ουσ. επίκληση, κραυγή, φωνή//
επίσκεψη (σύντομη)//
τηλεφώνημα//
συγκέντρωση, //
πρόσκληση, κάλεσμα//
απαίτηση, ανάγκη, αξίωσηΡημ. τηλεφωνώ//
καλώ, φωνάζω, κράζω //
ονομάζω, αποκαλώ, χαρακτηρίζω//
κάνω σύντομη επίσκεψη//
συγκαλώ
call
Ονομάζω, κλήση, καλώ, αποκαλώ, τηλεφωνώ, αιτία, κραυγή, φωνάζω
call
κλήση, καλώ, τηλεφωνώ