cabine (f)
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
κλίνη πλοίου ή τραίνου, κουκέτα,...
{
berth
}
παράπηγμα, παράγκα
{
booth
}
cabina (f)
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
παράπηγμα, παράγκα
{
booth
}
άμαξα, αμάξι, ταξί
{
cab
}
cabine (de)
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
έπαυλη, εξοχικό σπίτι, μικρή εξοχική...
{
cottage
}
κατάλυμα, οίκημα, σκήνωμα
{
lodge
}
θαλαμίσκος, κοιτώνας, χώρισμα, μικρό...
{
cubicle
}
cabine (f)
παράπηγμα, παράγκα
{
booth
}
στίβος κοκκορομαχιών, πεδίο μαχών, θέση...
{
cockpit
}
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
θαλαμίσκος, κοιτώνας, χώρισμα, μικρό...
{
cubicle
}
στάβλος, υπεκφυγή, φάτνη, κάθισμα,...
{
stall
}
la cabine
θάλαμος