cabbage
ουσ.
λάχανο, χρήμα
cabbages
(Lex**) λάχανα
cabbage
Ουσ. λάχανο, μάπα//
ρετάλι (υφάσματος), κλέβω υφασμα (για μοδίστρες)
Ρημ. κλέβω.
Λάχανο
Το λάχανο είναι φυτό διετές, ποώδες και ανήκει στην οικογένεια Βρασσικίδες.Ο βλαστός του είναι κοντός και δεν ξεπερνάει τα 35 εκατοστά μέχρι να ανθοφορήσει.Τα φύλλα του βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο με στήριγμα ένα σαρκώδες στέλεχος που αποτελεί το κύριο άξονα του λάχανου.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...