cabana (f)
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
έπαυλη, εξοχικό σπίτι, μικρή εξοχική...
{
cottage
}
καλύβη, καλύβα, παλιόσπιτο
{
shack
}
πρόχειρος καλύβη, ναυτικό τραγούδι,...
{
shanty
}
κατάλυμα, οίκημα, σκήνωμα
{
lodge
}
οικίσκος, καλύβη, χαμόσπιτο
{
hovel
}
υπόστεγο για αεροπλάνα, υπόστεγο...
{
hangar
}
καλύβη, παράπηγμα, υπόστεγο
{
shed
}
cabaña (f)
καμπίνα, θάλαμος πλοίου, καλύβα, καλύβι
{
cabin
}
οικίσκος, καλύβη, χαμόσπιτο
{
hovel
}
çaba
δοκιμή, προσπάθεια
{
try
}
ταχυδρομική άμαξα, επιμέλεια, προκοπή
{
diligence
}
προσπάθεια, αγώνας, χρησιμοποίηση
{
exertion
}
κουράγιο, νεύρο, τόλμη, ψυχραιμία,...
{
nerve
}
σφύριγμα σφαίρας, σύριγμα,...
{
zip
}
cabana
Ουσ. μικρό-ελαφρύ κτίσμα , μπαγκαλόου