business
ουσ.
εργασία, δουλειά, ενασχόληση, εμπόριο, επιχείρηση, υπόθεση
businesses
(Lex**) επιχειρήσεις
business
Ουσ. εργασία, δουλειά, επάγγελμα, ασχολία//
δουλειές (λαϊκ.)//
επιχείρηση, //
αρμοδιότητα, δικαίωμα//
υπόθεση, θέμα,
business
υπόθεση, επιχείρηση, δουλειές, δουλειά
Επιχείρηση
Μια επιχείρηση είναι ένα
νομικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται στο κοινωνικό σύνολο και αποτελεί ένα σύνολο πόρων τόσο έμψυχων όσο και άψυχων και έχει, συνήθως, ως κύριο στόχο τη επίτευξη κερδοφορίας. Η κερδοφορία αυτή αποδίδεται σε χρηματικές μονάδες. Οι έμψυχοι πόροι της επιχείρησης αποτελούν το ανθρώπινο δυναμικό της επιχείρησης δηλαδή τους εργαζόμενους της (εργάτες, υπαλλήλους και στελέχη). Όσον αφορά τους άψυχους πόρους, αυτοί συνίστανται στα μηχανήματα και τον εξοπλισμό της, στα κτίρια (εργοστάσια, καταστήματα, γραφεία κ.α.) στα άυλα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης όπως π.χ. η επωνυμία, το εμπορικό σήμα (λογότυπο) και η υπεραξία (φήμη) και τέλος στα διάφορα άλλα στοιχεία που αποσκοπούν στην υποβοήθηση της λειτουργίας της επιχείρησης (π.χ. τεχνογνωσία, χρηματικά διαθέσιμα, αποθέματα κ.α.).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...