building

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 7 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
building
ουσ. κτίριο, οικοδομή
 
build
ρήμ. κτίζω, οικοδομώ


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
BUILDING
(comp). ΚΤΙΡΙΟ
 
building
(Lex**) κτήριο


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
building
Κτήριο, κτίσιμο, οικοδόμηση

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Κτίριο
Κτήριο (ή κτίριο, βλέπε "Ετυμολογία της λέξης" παρακάτω) είναι κάθε μόνιμο και ανεξάρτητο κτίσμα το οποίο έχει εξωτερικούς τοίχους και στέγη, αποτελείται από ένα ή περισσότερα δωμάτια ή άλλους χώρους που χρησημοποιούνται για τη στέγαση ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων. Κατά κανόνα, τα κτήρια έχουν τέσσερις τοίχους. Θεωρείται, όμως, κτήριο και μία μόνιμη οικοδομική κατασκευή που, ενδεχομένως, είναι ανοιχτή από τη μία ή περισσότερες πλευρές, πάντα όμως έχει στέγη. Τα κτήρια μπορεί να είναι πολυόροφα, με υπέργεια και υπόγεια πατώματα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define building

Translate building




building in Chinese | | building in English | building in French | building in Italian | building in Spanish | building in Dutch | building in Portuguese | building in German | building in Russian | building in Japanese | building in Korean | building in Turkish | building in Hebrew | building in Arabic | building in Croatian | building in Serbian | building in Swedish