building
ουσ.
κτίριο, οικοδομή
build
ρήμ.
κτίζω, οικοδομώ
BUILDING
(comp). ΚΤΙΡΙΟ
building
(Lex**) κτήριο
building
Ουσ. χτίσιμο, κατασκευή //
κτήριο, οικοδόμημα
build
Ουσ. κατασκευή , χτίσιμο, //
παράστημα , κορμοστασιά
Ρημ. κτίζω, κατασκευάζω, ανεγείρω//
ναυπηγώ//
αναπτύσσω, φθίχνω//
στηρίζω, ενισχύω
building
Κτήριο, κτίσιμο, οικοδόμηση
Κτίριο
Κτήριο (ή κτίριο, βλέπε "Ετυμολογία της λέξης" παρακάτω) είναι κάθε μόνιμο και ανεξάρτητο κτίσμα το οποίο έχει εξωτερικούς τοίχους και στέγη, αποτελείται από ένα ή περισσότερα δωμάτια ή άλλους χώρους που χρησημοποιούνται για τη στέγαση ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων. Κατά κανόνα, τα κτήρια έχουν τέσσερις τοίχους. Θεωρείται, όμως, κτήριο και μία μόνιμη οικοδομική κατασκευή που, ενδεχομένως, είναι ανοιχτή από τη μία ή περισσότερες πλευρές, πάντα όμως έχει στέγη. Τα κτήρια μπορεί να είναι πολυόροφα, με υπέργεια και υπόγεια πατώματα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...