broadcasting
επίθ.
ραδιοφωνικός
broadcast
ρήμ.
εξαγγελλώ διά του ραδιόφωνου
broadcasting
(Lex**) ραδιοφωνική αναμετάδοση
broadcasting
Επίθ. ραδιοφωνικός, που εκπέμπει
broadcast
Ρημ. εκπέμπω, μεταδίδω με ραδιόφωνο ή τηλεόραση//
διαδίδω, αφήνω να δημοσιοποιηθεί
Ουσ. εκπομπή ή πρόγραμμα ραδιοφώνου//
μετάδοση, δημοσιοποίηση//
διαδεδομένος, διασπαρμένος