boot
ρήμ.
κλωτσώ
booting
(Lex**) έναρξη
boot
Ουσ. μπότα,//
κλωτσιά, λάκτισμα, κτύπημα//
χώρος αποσκευών αυτοκινήτου, πορτ παγκάζ
Ρημ. κτυπώ - κλωτσώ κάποιον όταν βρίσκεται κάτω//
επιτίθεμαι με αυστηρή κριτική εναντίον κάποιου όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, "διώξιμο κλωτσηδόν"//
ξεκινώ Η/Υ (φορτώνοντας αυτόματα λειτουργικό σύστημα), "μπουτάρω"