bone


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
bone
ρήμ. ξεκοκκαλίζω
 
ουσ. οστό, κόκαλο, κόκκαλο


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
bone
(Lex**) κόκκαλο


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
bone
κόκαλο

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
bone
κόκαλο

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Οστό
Τα οστά ή αλλιώς κόκκαλα είναι υπόλευκοι, σκληροί και ανθεκτικοί ιστοί. Συνδεόμενοι με τις αρθρώσεις, σχηματίζουν τον σκελετό του σώματος. Σε αυτόν στηρίζονται τα μαλακά μόρια και προστατεύονται πολύτικα και ευπαθή όργανα, όπως ο εγκέφαλος ή τα σπλάγχνα θώρακα-πυέλου. Επιπλέον αποτελούν αποθήκη αλάτων ασβεστίου και φωσφόρου για τις ανάγκες του οργανισμού. Ο μυελός των οστών που υπάρχει στο κέντρο ορισμένων από αυτά διακρίνεται σε ερυθρό και κίτρινο και παράγει τα ερυθρά αιμοσφαίρια, βασικό συστατικό του αίματος.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define bone

Translate bone




bone in Chinese | | bone in English | bone in French | bone in Italian | bone in Spanish | bone in Dutch | bone in Portuguese | bone in German | bone in Russian | bone in Japanese | bone in Korean | bone in Turkish | bone in Hebrew | bone in Arabic | bone in Croatian | bone in Serbian | bone in Swedish