bois (m)
άλσος, δάσος, ξύλα, ξύλο
{
wood
}
ξυλεία, δοκάρι, μεγάλη δοκός
{
timber
}
boire
εμβολιάζω, εμβάπτω, εμποτίζω
{
ingrain
}
αφομοιώνω, απορροφώ
{
absorb
}
ροφώ, απορροφώ, εμποτίζομαι
{
imbibe
}
διοχετεύω, ξηραίνω, εξαντλώ, στραγγίζω,...
{
drain
}
un bois
ξύλο (το)