bias
ρήμ.
προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω, δημιουργώ προκατάληψη
ουσ.
προκατάληψη, κλίση, προτίμηση, δυναμικό πολώσεως
επίρ.
λοξώς
bias
(Lex). προκατάληψη, μεροληψία, πόλωση, ρ. προκαταλαμβάνω, προϊδεάζω
bias
Ουσ. προκατάληψη//
κλίση, προτίμηση, τάση//
λοξοδρόμημα (μπάλας κτλ)// κάτι που προκαλεί λοξοδρόμημαΡημ. προκαταλαμβάνω, επηρεάζω, προϊδεάζω