Bedienen (das)
χερούλι, μανίκι, λαβή
{
handle
}
bedienen
εξυπηρετώ, υπηρετώ, σερβίρω, χρησιμεύω
{
serve
}
προσέχω, ακολουθώ, υπηρετώ, διακούω,...
{
attend
}
bedienen
εξυπηρετώ, υπηρετώ, σερβίρω, χρησιμεύω
{
serve
}
φυλάσσω, φυλάττω, περιποιούμαι, ρέπω,...
{
tend
}
νοιάζομαι, προσέχω, συνερίζομαι,...
{
mind
}
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
προΐσταμαι, ελέγχω, διευθύνω,...
{
manage
}
θέτω εις ενέργειαν, δραστηριοποιώ
{
activate
}
bedienen
σερβίρω, σέρβιρα / σερβίρισα
-
bediend worden
bedienen zich
σερβίρoμαι, σερβιρίστηκα