Bedenken (das)
επιφύλαξη, πράγμα επιφυλασσόμενο, κτήμα...
{
reservation
}
ενδοιασμός, δισταγμός, ελάχιστο τι,...
{
scruple
}
δισταγμός, ενδοιασμός, ναυτία, αναγούλα,...
{
qualm
}
bedenken
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
bedenken
σχεδιάζω, επινοώ, μηχανώμαι
{
devise
}
εφευρίσκω, επινοώ, καταφέρνω,...
{
contrive
}
bedenken
σκέπτoμαι, σκέφτηκα
35aεπιvoώ, επιvόησα
34