bedekken
κρύβω, σκεπάζω, σκεπώ, καλύπτω
{
cover
}
κρύβω, συγκαλύπτω, υποκρύπτω, κρύπτω,...
{
conceal
}
σκεπάζω, κρύπτω, αποκρύπτω, καλύπτω
{
cloak
}
αλείφω, επικαλύπτω, επιχρίω, επιστρώνω
{
coat
}
bedekken
καλύπτω, κάλυψα
35aσκεπάζω, σκέπασα
37-
bedekt worden/zijn
καλύπτoμαι, καλύφθηκα
35aσκεπάζομαι, σκεπάστηκα
37-
begraven, bedekken/vullen met aarde
παραχώνω, παράχωσα
34