Balkon (der)
προπύλαιο, βεράντα, βεράντα προσόψεως
{
porch
}
εξώστης με στέγην, μπαλκόνι με στέγην,...
{
veranda
}
balkon (het)
στοά, υπερώο, γαλαρία, υπόνομος,...
{
gallery
}
εξέδρα, αποβάθρα, πολιτικό πρόγραμμα,...
{
platform
}
balkon
επίπεδο ύψωμα γης, ταράτσα, επίπεδος...
{
terrace
}
προπύλαιο, βεράντα, βεράντα προσόψεως
{
porch
}
balkon
μπαλκόvι τo