bakken
τηγανίζω, φρυγανίζω
{
fry
}
βυρσοδέψω, ηλιοκαίω
{
tan
}
bak (de)
στέρνα, δεξαμενή, ντεπόζιτο
{
cistern
}
δεξαμενή, στέρνα, ντεπόζιτο, άρμα μάχης,...
{
tank
}
μεγάλο δοχείο, αποθήκη, κελάρι
{
bin
}
πλοίο, αγγείο, σκάφος, σωλήν
{
vessel
}
καράβι, βάρκα, πλοίο, σκάφος, πλοιάριο,...
{
boat
}
σκάφη λούτρου, μπάνιο, κάδος,...
{
tub
}
αστείο, χωρατό, αστεϊσμός
{
joke
}
bakken