baan (de)
ιώβ, εργασία, επάγγελμα, δουλειά, θέση
{
job
}
ενασχόληση, επάγγελμα, κατοχή, ασχολία
{
occupation
}
ατραπός, μονοπάτι, δρόμος
{
path
}
δρόμος, διαδρομή, οδός, τρόπος, μέσο,...
{
way
}
γραμμές σιδηροδρόμου, πατημασιά, στίβος,...
{
track
}
πέρασμα, πορεία, σειρά μαθημάτων,...
{
course
}
τροχιά, κοίλωμα οφθαλμού, τροχιά...
{
orbit
}
banen
καθαρίζω, αθωώνω
{
clear
}
baan
werk, job
δoυλειά η
12f-
straat, weg, baan
δρόμος ο
11b