az
Az. (Aktenzeichen)
AZ (Alkmaar Zaanstreek)
az
λίγος, μικρός, ολίγος
{
little
}
ολίγοι, λίγοι, μερικοί
{
few
}
μικρούτσικος, μικρός, μικροπρεπής
{
small
}
βραχύς, ελλιπής, μικρός, κοντός
{
short
}
πτωχός, κακομοίρης, φτωχός, ταλαίπωρος
{
poor
}
γλίσχρος, ισχνός, λιγοστός, πενιχρός
{
meager
}
γλίσχρος, ισχνός, πενιχρός, λιγοστός
{
meagre
}
ανεπαρκής, γλίσχρος, μικρός
{
scrimp
}
ανεπαρκής, τσιγγούνικος
{
scrimpy
}
ελλιπής, τσιγγούνης, τσιγκούνικος
{
skimpy
}
λεπτός, ισχνός, αδύνατος, λιγοστός,...
{
slender
}
λεπτός, ισχνός, λυγερός
{
slim
}
διθέσιμος, γλιστρός, εφεδρικός,...
{
spare
}
φιλάργυρος, τσιγκούνης
{
stingy
}
azmak
ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, πλημμυρώ,...
{
overflow
}
az