atheistic
Babylon English-GreekDownload this dictionary
atheistic
επίθ. αθεϊστικός, άθεος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Αθεϊσμός
Αθεϊσμός ονομάζεται η οντολογική θέση που αντίκειται στον θεϊσμό, και περιλαμβάνει τόσο τις απόψεις εκείνων που δεν έχουν πίστη στην ύπαρξη θεοτήτων, όσο κι εκείνων που αρνούνται ρητά ότι υπάρχουν τέτοιες οντότητες (δηλ. η απουσία ή η άρνηση της θεϊστικής πίστης). Κατά την αρχαιότητα, η Επικούρεια φιλοσοφία περιέκλειε αθεϊστικές απόψεις, αλλά εξαφανίστηκε από την ελληνική και τη ρωμαϊκή φιλοσοφική παράδοση καθώς αυξανόταν η επιρροή του Χριστιανισμού. Κατά την εποχή του διαφωτισμού, η έννοια του αθεϊσμού αναδύθηκε εκ νέου ως κατηγορία εναντίον εκείνων που αμφισβητούσαν το θρησκευτικό status quo, αλλά μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα είχε γίνει η φιλοσοφική τοποθέτηση μιας αυξανόμενης μειονότητας. Μέχρι τον 20ο αιώνα, παράλληλα με την εξάπλωση του ορθολογισμού και του ανθρωπισμού, ο αθεϊσμός είχε γίνει μια κοινότοπη τοποθέτηση, κυρίαρχη ιδίως μεταξύ των επιστημόνων (βλέπε διεθνής έρευνα για τον σύγχρονο αθεϊσμό).

Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
atheistic
(Lex**) αθεϊστικός

My English - GreekDownload this dictionary
atheistic
Επιθ. αθεϊστικός


| atheistic in English | atheistic in French | atheistic in Italian | atheistic in Spanish | atheistic in Dutch | atheistic in Portuguese | atheistic in German | atheistic in Russian | atheistic in Japanese | atheistic in Korean | atheistic in Turkish | atheistic in Hebrew | atheistic in Arabic | atheistic in Thai | atheistic in Polish | atheistic in Hungarian | atheistic in Czech | atheistic in Latvian | atheistic in Catalan | atheistic in Serbian | atheistic in Albanian | atheistic in Urdu | atheistic in Bulgarian | atheistic in Danish | atheistic in Finnish | atheistic in Norwegian | atheistic in Romanian | atheistic in Swedish | atheistic in Farsi | atheistic in Macedonian | atheistic in Hindi | atheistic in Indonesian | atheistic in Vietnamese | atheistic in Mongolian | atheistic in Malay