asin

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Spanish - GreekDownload this dictionary
asín
ούτω, έτσι, λοιπόν { so }
τοιουτοτροπώς { in this way }
τοιουτοτροπώς, ούτως, έτσι { thus }


Turkish - GreekDownload this dictionary
as
άσσος { ace }
εμπειρογνώμονας, εξπέρ, πραγματογνώμονας { expert }
ερμίνα γούνα, ικτίς, ερμελίνειος, ερμίνα { ermine }
ικτίς, ερμίνα, κουνάβι { stoat }
 
asi
αντάρτης, στασιαστής { insurgent }
αντάρτης { insurrectionist }
ψηφοφόρος όχι πάντα πιστός στο κόμμα { mugwump }
στασιαστής, αντάρτης { mutineer }
στασιαστής, επαναστάτης, αντάρτης { rebel }
ταραξίας, οχλαγωγός { rioter }
 
asmak
κλείνω το τηλέφωνο, κλίνω { hang up }
αναρτώ, αναστέλλω, ανακόπτω, διακόπτω { suspend }
απαγχονίζω, κρέμομαι, κρεμώ, κρέμαμαι { hang }
παραμελώ, αμελώ { neglect }
κρεμώ, σκεπάζω με ύφασμα, κουρτίνα { drape }
απαγχονίζω { gibbet }
εμμένω, σταματώ { hang on }
συχνάζω { hang out }
εκδφενδονίζω, κρεμώ, αναρτώ { sling }
απαγχονίζω { string up }
κουνιούμαι, κουνώ, ταλαντεύομαι,... { swing }
δένω, στηρίζω, δεματιάζω { truss }
 
aşmak
υπερβαίνω { go beyond }
παραλείπω { pass over }
περνώ, διαβαίνω, υπερβαίνω, επιψηφίζω { pass }
λεηλατώ, κατακλύζω, κάνω επιδρομή,... { overrun }
υπερβαίνω, υπερβάλλω { exceed }
υπερβαίνω, υπερτερώ, ξεπερνώ { surpass }
διασκελίζω, ιππεύω, κάθομαι καβάλα { bestride }
καθαρίζω, αθωώνω { clear }
διαψεύδω, νικώ, ματαιώ, καταβάλλω { defeat }
διαπραγματεύομαι, εμπορεύομαι, υπερπηδώ,... { negotiate }
υπαιρβαίνω { outgo }
ξεπερνώ { outreach }
εξέχω, υπερδιπλώνω, διπλαρώνω { overlap }
καβαλικεύω, διασκελίζω, βηματίζω { stride }
υπερνικώ, υπερβαίνω, υπερπηδώ { surmount }
σκεπάζω, υπερβάλω { top }
υπερβαίνω, ξεπερνώ, υπερέχω { transcend }
υπερβαίνω, καταπατώ { transgress }
 
aşı
εμβολιασμός, δαμαλισμός { vaccination }
δαμαλίδα, εμβόλιο, βατσίνα { vaccine }
πυροβολισμός, σφαίρα, σφαιρίδια, βολή,... { shot }
εμβολιασμός, ενοφθαλμισμός { inoculation }
απότομο χτύπημα, ένεση, σούβλισμα { jab }
έγχυση, ένεση { injection }
 
aşınmak
κατατρίβω, εξαντλώ { wear out }
τρίβω, προστρίβομαι, προστρίβω, ερεθίζω,... { chafe }
λυώνω, φθίνω { consume away }
τρίβω, τρίβομαι, ξεφτώ, ξεφτίζω { fray }
ξεγδέρνω, ξύνω { rub off }
καθαρίζω { wash away }
χαραμίζω, σταματώ, καταναλίσκω, φθείρω { waste }
λιώνω, μαραζώνω { waste away }
φθείρω { wear down }
φεύγω { wear off }


Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
ASIN
Το ASIN (αγγλ. Amazon Standard Identification Number), είναι ένα τυποποιημένο σύστημα αρίθμησης και αναγνώρισης των προϊόντων της εταιρείας Amazon.Χρησιμοποιείται για την διανομή των προϊόντων μέσα στο δίκτυο της Amazon χωρίς όμως να είναι αναγνωρισμένο "πρότυπο" σύστημα, όπως π.χ. το ISBN. Σε κάθε προϊόν που πωλείται από την Amazon δίνεται ένα μοναδικό ASIN. Για τα βιβλία που έχουν ISBN, το ASIN συμπίπτει με το ISBN. Στα βιβλία χωρίς ISBN και άλλα προϊόντα ορίζεται ένα ASIN.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define asin

Translate asin





| asin in English | asin in French | asin in Italian | asin in Spanish | asin in Dutch | asin in Portuguese | asin in German | asin in Japanese | asin in Turkish