artillery


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
artillery
ουσ. πυροβολικό


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
artillery
(Lex**) πυροβολικό


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
artillery
πυροβολικό

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
artillery
πυροβολικό

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Πυροβολικό
Λέγοντας πυροβολικό ΠΒ εννοούμε το τμήμα του στρατού που αναλαμβάνει αποστολές υποστήριξης των δυνάμεων "πρώτης γραμμής" (ελιγμού) ή/και την προσβολή εχθρικών στόχων πάσης φύσεως,συνήθως σε μεγάλες αποστάσεις.Τα μέσα που χρησιμοποιεί το πυροβολικό δεν είναι,μόνο,τα πυροβόλα. Πυροβολικό,λοιπόν,μπορούν να χαρακτηριστούν και μερικές μηχανές της αρχαιότητας όπως οι καταπέλτες και ας μη χρησιμοποιούν "πυρ" για να εκτοξεύουν τα βλήματά τους.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define artillery

Translate artillery




artillery in Chinese | | artillery in English | artillery in French | artillery in Italian | artillery in Spanish | artillery in Dutch | artillery in Portuguese | artillery in German | artillery in Russian | artillery in Japanese | artillery in Korean | artillery in Turkish | artillery in Hebrew | artillery in Arabic | artillery in Croatian | artillery in Serbian | artillery in Swedish