architecture


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
architecture
ουσ. αρχιτεκτονική


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
architecture
(Lex**) αρχιτεκτονική


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
architecture
αρχιτεκτονική

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
architecture
αρχιτεκτονική

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Αρχιτεκτονική
Αρχιτεκτονική είναι τόσο η τέχνη όσο και η επιστήμη του σχεδιασμού (με την έννοια της μελέτης, όχι μόνο του γραφικού σχεδίου) και της υλοποίησης κτιρίων. Ένας πιο γενικός ορισμός θα περιελάμβανε το σχεδιασμό όλων των κτιστών υποδομών στο περιβάλλον, από το μακροσκοπικό επίπεδο του σχεδιασμού πόλεων ως το μικροσκοπικό του σχεδιασμού επίπλων και προϊόντων καθημερινής χρήσης. Η αρχιτεκτονική περιλαμβάνει όχι μόνο το σχεδιασμό αλλά και το προϊόν της υλοποίησης. Ετυμολογικά, ο όρος προέρχεται από το ελληνικό αρχή και τέχνη - τεκτονική (κατασκευή/δημιουργία).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define architecture

Translate architecture




architecture in Chinese | | architecture in English | architecture in French | architecture in Italian | architecture in Spanish | architecture in Dutch | architecture in Portuguese | architecture in German | architecture in Russian | architecture in Japanese | architecture in Korean | architecture in Turkish | architecture in Hebrew | architecture in Arabic | architecture in Croatian | architecture in Serbian | architecture in Swedish