Appartement (das)
διαμέρισμα, δωμάτιο, σειρά δωμάτιων
{
apartment
}
διαμέρισμα δωμάτιων, πεδιάς, ύφεση,...
{
flat
}
appartement (het)
διαμέρισμα, δωμάτιο, σειρά δωμάτιων
{
apartment
}
διαμέρισμα δωμάτιων, πεδιάς, ύφεση,...
{
flat
}
appartement (m)
διαμέρισμα δωμάτιων, πεδιάς, ύφεση,...
{
flat
}
σειρά πραγμάτων, ακολουθία, συνοδία,...
{
suite
}
διαμέρισμα, δωμάτιο, σειρά δωμάτιων
{
apartment
}
δωμάτιο, δώμα, θάλαμος, επιμελητήριο,...
{
chamber
}
un appartement
διαμέρισμα (το)
appartement
διαμέρισμα τo
flat
διαμέρισμα τo