(Lex). αποστάτης
Αυτό το άρθρο αφορά την θρησκευτική αποστασία. Για πληροφορίες που αφορούν την αποστασία του 1965 ή Ιουλιανά βλέπε
Αποστασία του 1965. Η αποστασία (προερχόμενη από τις λέξεις από και στάσις, δηλαδή κατα λέξη, απομάκρυνση) είναι όρος που περιγράφει την αποκήρυξη εκ μέρους ενός ατόμου της
θρησκείας του, ειδικά όταν θεωρείται ότι υποκινείται από ποταπά κίνητρα. Από τεχνικής άποψης, κατά τη χρήση του όρου στην
Κοινωνιολογία χωρίς την υποτιμητική απόχρωση του όρου, ο όρος αναφέρεται στην αποκήρυξη και την άσκηση κριτικής ή εναντίωσης προς την θρησκεία στην οποία ανήκε προηγουμένως το άτομο. Το άτομο που διαπράττει την αποστασία ονομάζεται αποστάτης, εκείνος ο οποίος αποστατεί. Στην παλιότερη
Δυτική φιλολογία, ο όρος αναφερόταν τυπικά στους
βαφτισμένους Χριστιανούς οι οποίοι εγκατέλειψαν την πίστη τους. Οι όροι αποστάτες και αποστασία δεν αποτελούν συνήθως αυτοπροσδιορισμό: ελάχιστα πρώην μέλη κάποιας θρησκείας αποκαλούν τους εαυτούς τους αποστάτες και γενικά θεωρούν τους όρους αυτούς υποτιμητικούς. Κάποιοι λόγοι που οδηγούν κάποιον στην αποκήρυξη της θρησκείας του είναι η απώλεια της πίστης του, η υποτιθέμενη αποτυχία της θρησκευτικής κατήχησης και/ή η πλύση εγκεφάλου.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...