apocryphal

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
apocryphal
(Lex). απόκρυφος


My English - GreekDownload this dictionary
apocryphal
Επίθ. που αναφέρεται στα Απόκρυφα (Π.Διαθήκης)//
αμφίβολος, δύσκολος στην ερμηνεία (μτφ.)


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
apocryphal
απόκρυφος

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
apocryphal
απόκρυφος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Απόκρυφα
Με τον γενικό όρο Απόκρυφα, ονομάζονται αρχαία κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου που έχουν αποκλεισθεί από τον Κανόνα της Αγίας Γραφής. Οι χριστιανικές εκκλησίες θεωρούν ότι τα κείμενα αυτά έχουν συνταχθεί κατ' απομίμηση των κανονικών βιβλίων της Αγίας Γραφής και έχουν αποκλειστεί από τους κανόνες τους. Κατά κύριο λόγο, οι ερευνητές θεωρούν ότι τα βιβλία αυτά συντάχθηκαν μεταξύ του 2ου π.Χ. και του 4ου μ.Χ. αιώνα από Ιουδαίους και χριστιανούς συγγραφείς (αν και συνέχισαν να γράφονται ανάλογα κείμενα μέχρι και τον 13ο αιώνα μ.Χ.), οι οποίοι με απομίμηση του τίτλου, του ονόματος του συγγραφέα, της μορφής και του περιεχομένου, επιδίωκαν να εξασφαλίσουν στα έργα τους κανονικό κύρος. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται σε απόκρυφα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Οι Προτεστάντες χριστιανοί, ονομάζουν «ψευδεπίγραφα» τα ως «απόκρυφα» χαρακτηριζόμενα βιβλία της Π. Διαθήκης από τους Ορθόδοξους και τους Ρωμαιοκαθολικούς, ενώ ως «απόκρυφα» χαρακτηρίζουν συνήθως τα ονομαζόμενα από τους Ρωμαιοκαθολικούς «δευτεροκανονικά» και από τους Ορθόδοξους «αναγιγνωσκόμενα» ή «δευτεροκανονικά» βιβλία της Π. Διαθήκης.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define apocryphal

Translate apocryphal





apocryphal in Chinese | | apocryphal in English | apocryphal in French | apocryphal in Italian | apocryphal in Spanish | apocryphal in Dutch | apocryphal in Portuguese | apocryphal in German | apocryphal in Russian | apocryphal in Japanese | apocryphal in Korean | apocryphal in Turkish | apocryphal in Hebrew | apocryphal in Arabic | apocryphal in Croatian | apocryphal in Swedish