animal
Babylon English-GreekDownload this dictionary
animal
ουσ. τετράποδο, ζώο
 
επίθ. ζωικός, ζωώδης

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ζώο
Τα Ζώα είναι οι ζωντανοί οργανισμοί που αποτελούν ένα από τα τέσσερα βασίλεια των ευκαριωτικών ζωντανών οργανισμών (ΦυτάΖώα, Μύκητες και Πρώτιστα). Με τη μελέτη των ζώων ασχολείται η ζωολογία, ενώ με τη μελέτη των φυτών η βοτανική. Στις απλές, κατώτερες μορφές των ζώων και φυτών η διάκριση μεταξύ τους είναι δύσκολη, όμως στους εξελιγμένους ζωντανούς οργανισμούς οι διαφορές μεταξύ ζώων και φυτών είναι περισσότερο εμφανείς και σημαντικές. Οι κυριότερες διαφορές είναι:
  • Τα ζώα δε διαθέτουν χλωροφύλλη όπως τα φυτά και δεν μπορούν να φωτοσυνθέσουν, να μετατρέψουν δηλ. τις ανόργανες θρεπτικές ουσίες σε οργανικές, όπως κάνουν τα φυτά με τη βοήθεια της ηλιακής ακτινοβολίας και της χλωροφύλλης. Τρέφονται με έτοιμες οργανικές ουσίες άλλων οργανισμών.
  • Τα κύτταρα του σώματος των ζώων δεν έχουν στερεή κυτταρική μεμβράνη, ενώ των φυτών έχουν.
  • Τα ζώα, επειδή τρέφονται με έτοιμες οργανικές ουσίες άλλων οργανισμών, αναγκάζονται να μετακινούνται για να βρουν την τροφή τους και διαθέτουν διάφορα αισθητήρια όργανα, ενώ τα φυτά μένουν ακίνητα. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις στις οποίες παρατηρείται ένα ζώο να μένει ακίνητο (σφουγγάρι) ή ένα φυτό να κινείται (διωναία η μυγοπαγίδα).
  • Τα ζώα αφού περάσουν ένα στάδιο αύξησης και ανάπτυξης, σταματούν να αυξάνονται και να αναπτύσσονται, ενώ τα φυτά δε σταματούν να αυξάνονται και να εξελίσσονται μέχρι το θάνατό τους.
Ο αριθμός των διάφορων ειδών των ζώων που υπάρχει στη Γη ξεπερνά το 1.000.000, που ταξινομούνται σε συνομοταξίες, ομοταξίες, κλάσεις, τάξεις, οικογένειες, γένη, είδη και φυλές.

Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
animal
(Lex). ζώο, κτήνος

My English - GreekDownload this dictionary
animal
Ουσ. ζώον, κτήνος
Επίθ. ζωικός//
σαρκικός, αισθησιακός

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
animal
ζώο


| animal in English | animal in French | animal in Italian | animal in Spanish | animal in Dutch | animal in Portuguese | animal in German | animal in Russian | animal in Japanese | animal in Korean | animal in Turkish | animal in Hebrew | animal in Arabic | animal in Thai | animal in Polish | animal in Hungarian | animal in Czech | animal in Latvian | animal in Catalan | animal in Croatian | animal in Serbian | animal in Albanian | animal in Urdu | animal in Bulgarian | animal in Danish | animal in Finnish | animal in Norwegian | animal in Romanian | animal in Swedish | animal in Farsi | animal in Macedonian | animal in Afrikaans | animal in Latin | animal in Hindi | animal in Indonesian | animal in Vietnamese | animal in Pashto | animal in Malay